ἐπιλαμβάνω


ἐπιλαμβάνω
ἐπι|λαμβάνω ['брать сверх прежнего'] прихватывать; забирать кого (о болезни)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐπιλαμβάνω" в других словарях:

  • ἐπιλαμβάνω — take pres subj act 1st sg ἐπιλαμβάνω take pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπειλημμένα — ἐπιλαμβάνω take perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐπειλημμένᾱ , ἐπιλαμβάνω take perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐπειλημμένᾱ , ἐπιλαμβάνω take perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλαμβάνεσθε — ἐπιλαμβάνω take pres imperat mp 2nd pl ἐπιλαμβάνω take pres ind mp 2nd pl ἐπιλαμβάνω take imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλαμβάνῃ — ἐπιλαμβάνω take pres subj mp 2nd sg ἐπιλαμβάνω take pres ind mp 2nd sg ἐπιλαμβάνω take pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπειλημμένον — ἐπιλαμβάνω take perf part mp masc acc sg ἐπιλαμβάνω take perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπειλημμένων — ἐπιλαμβάνω take perf part mp fem gen pl ἐπιλαμβάνω take perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπειληφότα — ἐπιλαμβάνω take perf part act neut nom/voc/acc pl ἐπιλαμβάνω take perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπειλήφειν — ἐπιλαμβάνω take plup ind act 1st sg (attic epic ionic) ἐπιλαμβάνω take perf inf act (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπελάμβανον — ἐπιλαμβάνω take imperf ind act 3rd pl ἐπιλαμβάνω take imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπείληφεν — ἐπιλαμβάνω take plup ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἐπιλαμβάνω take perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλαβομένων — ἐπιλαμβάνω take aor part mid fem gen pl ἐπιλαμβάνω take aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)